ελεγκτός

ελεγκτός
-ή, -ό (Α ἐλεγκτός, -ή, -όν)
αυτός ο οποίος μπορεί ή επιβάλλεται να ελεγχθεί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἐλεγκτά — ἐλεγκτά̱ , ἐλεγκτήρ one who convicts masc nom/voc/acc dual ἐλεγκτήρ one who convicts masc voc sg ἐλεγκτήρ one who convicts masc nom sg (epic) ἐλεγκτός fit to be refuted or worthy of reproof neut nom/voc/acc pl ἐλεγκτά̱ , ἐλεγκτός fit to be… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευεξέλεγκτος — η, ον (ΑΜ εὐεξέλεγκτος, ον) αυτός που μπορεί να εξελεγχθεί, να αναιρεθεί εύκολα («εὐεξέλεγκτον σόφισμα», Κλήμ. Αλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + εξ ελεγκτος (< εξ ελέγχω), πρβλ. αν εξ έλεγκτος] …   Dictionary of Greek

  • ευέλεγκτος — εὐέλεγκτος, ον (Α) 1. αυτός που ελέγχεται, που αναιρείται εύκολα 2. αυτός που δοκιμάζεται εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ελεγκτός (< ελέγχω)] …   Dictionary of Greek

  • ευθυέλεγκτος — εὐθυέλεγκτος, ον (Μ) αυτός που εύκολα ελέγχεται, εύκολα αναιρείται. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευθυ * + ελεγκτός < ελέγχω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”